Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Από το κατοχικό αυτοβιογραφικό των παιδικών μου χρόνων



 Δ  Ι  Κ  Η    Τ  Ω  Ν    Θ  Ε  Ω  Ν

Ήταν ένα σταθερό, επίμονο και οχληρό ακουστικό – οπτικό συνονθύλευμα, μια αφόρητη οπτικοακουστική έκρηξη που την υπέμεινα δύο φορές το 24ωρο, για οκτώ περίπου λεπτά, μέρα και νύχτα, από την  ηλικία των τριών χρόνων μου και μάλιστα, όταν είχα συμπληρώσει ακριβώς τους 36 μήνες. Για τριάντα έξι μήνες, όπως μου αφηγήθηκαν, μετά την ενηλικίωσή μου, οι γονείς μου, δεν μιλούσα, δεν έβλεπα, δεν άκουα, το μόνο που άρθρωνα ήταν ένα κλάμα, κάθε φορά που πείναγα και λερωνόμουν.

Κι αυτή η αντίδρασή μου αποτελούσε το μοναδικό παρήγορο δείγμα ζωντανής ύπαρξης, σε σχέση με τις άλλες παρωχημένες χρονικές περιόδους που τους έδινα την εντύπωση ενός κινητικού άλαλου μωρού-φυτού. Είχαν απελπιστεί μαζί μου και ευτυχώς, ακριβώς, όταν ήταν έτοιμοι να παραιτηθούν από κάθε προσπάθεια να συνεχίζουν να ελπίζουν, σε κάποιο παρήγορο θαύμα, ακριβώς τότε άρχισα να τους μιλώ και να συμπεριφέρομαι, σαν ένα νήπιο ζωντανό και μάλιστα ώριμο και να ξεπερνώ ασυνήθιστα τις δυνατότητες επικοινωνίας που παρουσίαζαν τα άλλα φυσιολογικά συνομήλικα παιδιά.

Είχαν πάρει την ικανοποίηση στη βουβή και ελπιδοφόρα προσμονή ενός θεόπεμπτου θαύματος που τους είχε οδηγήσει σε επίμονες παρακλήσεις, προσευχές και περιφορές μου σ’ όλες τις βαθμίδες κληρικών-ιερωμένων και μοναστήρια.
Η απρόσμενη αυτή αλλαγή τους κατέπληξε στην αρχή και αμέσως μετά άρχισε, να εξελίσσεται σε μια συνεχόμενη εορταστική πασαρέλα. Το μουγκό άλλαλο μωράκι, αιφνιδιαστικά, περιβλήθηκε με το φωτοστέφανο διασημότητας και συνωστίζονταν στη προσπάθεια να με θωρούν, να μ’ ακούν και να συνομιλούν μαζί μου. Έγινα το φαινόμενο της προσμονής, το παιδί θαύμα. Από προβληματικό, αμίλητο, ανέκφραστο και ασυναίσθητο μωράκι της οικογένειας και της μικρής κοινωνίας του χωριού, μεταμορφώθηκα σε ένα χαμογελαστό, λαλίστατο, λογικό και πανέξυπνο νήπιο.

Μίλαγα καθαρά και άνετα και καταλάβαινα το περιεχόμενο και τη σημασιολογία των λέξεων και των φράσεων που μου απευθύνονταν. Μου φαίνονταν πασίγνωστες.

Η γλυκιά μου μανούλα, δεν έχασε ποτέ την ελπίδα, στη προσπάθειά της, να μου αποσπάσει κάποιο αντίλογο, έστω κάποια γρύλισμα που να έμοιαζε με λέξη. Μου μίλαγε με τι ώρες, χωρίς καμιά ανταπόκριση, ένα κόκο παρηγοριάς.

Με την αναπάντεχη εκπληκτική εξέλιξη οι γονείς και τα αδέλφια μου καταχάρηκαν και δεν χόρταιναν να απολαμβάνουν το νέο μου πρόσωπο, την απρόσμενη, χαρούμενη, λαλίστατη και ελκυστική μεταμόρφωσή μου. Έσπασε το μόνιμο απελπιστικό  και απαρηγόρητο  πικρό και πονεμμένο χαμόγελο. Ο πατέρας μου μοναδικός παντοπώλης και γραμματικός της κοινότητας γιόρτασε το γεγονός  κερνώντας όλο το χωριό, για δυο μήνες.

Δυστυχώς, για μένα και τους γονείς μου, ύστερα από ένα τρίμηνο περίπου, μετά το θαύμα αυτό, με βρήκε ένα άλλο μεγάλο κακό. Αιφνιδιαστικά ένα βραδυνό, όπως όλα τα συνηθισμένα, καταλήφθηκα  από μια αφόρητη και συγκλονιστική οπτικοακουστική ταραχή που συνοδεύονταν από έντονους  εκκωφαντικούς κραδασμούς και απελπιστικά εναλλασσόμενα συμπλέγματα  εικόνων. Οι οφθαλμοί μου διεστέλοντο και οι κτύποι της καρδιάς μου μετατρέπονταν σε βασανιστικούς οπλοπολυβολισμούς. Αυτή η νέα εκτροπή δεν θα μπορούσε να περιγραφεί με ακρίβεια και σαφήνεια, γιατί άλλο να ζεις μια κατάσταση και άλλο να την αναλύσεις και να την περιγράψεις. Πάντως εκείνο που θυμάμαι είναι ότι ένοιωθα να πνίγομαι και μ’ έπιαν’ ένας τρομακτικός πανικός, να κουφαθώ ή να τυφλωθώ και το χειρότερο να εκραγεί ο εγκέφαλός μου.

Ευτυχώς δεν κράταγε η δοκιμασία αυτή παραπάνω από είκοσι δευτερόλεπτα, ήταν όμως αρκετά να με τρελάνουν. Σ’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα σφάδαζα στο δάπεδο κουλουριασμένος και άφηνα απεγνωσμένες άναρθρες κραυγές, σαν να μ’  έσφαζαν.

Με το νέο μου πάθημα μου προέκυψε ένα άλλο τρομακτικό κουσούρι, δεν άντεχα τους οξείς διαπεραστικούς ήχους. Και έπρεπε να βρίσκομαι σε ήρεμο και ήσυχο περιβάλλον. Έλα όμως που τ’ απελπιστικά αναμενόμενο κατάλληλο περιβάλλον που απεγνωσμένα επεδίωκα, μόνιμα μεταβλήθηκε σε κόλαση με μια νέα παρουσία που προστέθηκε στην πενταμελή μου οικογένεια…Οι πελαργοί μου έφεραν μια μικρή αδελφούλα.  Λόγω υψηλής θνησιμότητας του 38 τη βαπτίσαμε με το όνομα Χριστίνα-Ρεβέκκα, σε ηλικία δέκα ημερών.
Έ λοιπόν αυτό το νέο μέλος της οικογένειας δεν ήξερε να κλαίει φυσιολογικά, όπως γίνεται με τα νορμάλ μωράκια. Το κλάμα του ήταν μια διαρκής απειλή που με ξεκούφανε. Με μεταστοιχείωνε σε μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Ούτε η πολεμική του Δήμου σειρήνα που αναγγέλλει επικείμενο αεροπορικό βομβαρδισμό, δεν θα μ’ ενοχλούσε τόσο, όσο η τσιρίδες της Ρεβέκκας.  Ήταν φοβερό μωρό.     

Ήμουν τριών ετών και οκτώ μηνών, όταν άρπαξα βίαια την αδελφή μου Ρεβέκκα από τα φασκιά της, βρέφος τεσσάρων μηνών και την έσερνα στο πάτωμα αποφασισμένος να την πετάξω πάνω από το σανιδένια μπαλκόνι μας κάτω στην αυλή, γιατί με τρέλαιναν οι ανυπόφορες οξείς ακαταλαβίστικες διαμαρτυρίες  της, που συνόδευαν τ’ ασταμάτητα, διαπεραστικά γοερά της κλάματα.

Ευτυχώς, για καλή μας τύχη με πρόλαβε η μεγάλη αδελφή μου η Κυριακή. Ούτε που μάντεψε τις «εγκληματικές» μου διαθέσεις, γιατί περιορίστηκε στην υπόδειξη πως τα βρέφη τα μεταφέρουν στην αγκαλιά και δεν τα σέρνουν, όπως τα «ψόφια σκυλιά».

Τη μάνα μου τη μακαρίτισσα, μια πανέμορφη αμαζόνα, ένα και ογδόντα πέντε ακατέβατα, μ’ ένα πλούσιο στήθος τη βύζαινα μέχρι και το τέλος του  τέταρτου έτους μου. Της βουτούσα τα σφιχτά βυζιά, εναλλάξ, με τα δυο μου χεράκια και τις τ’ άδειαζα ρουφώντας τα.

Οι κοπελίτσες της γειτονιάς, γνωρίζοντας ότι ήμουν άσσος στο στηθάδιασμα, μ’ άρπαζαν στην αγκαλιά τους και μ’ οδηγούσαν πολλές φορές μακριά από αδιάκριτα μάτια, για να τις βυζάξω, μα εγώ ύστερα από μερικές ρουφηξιές τις εγκατέλειπα σύξυλες, γιατί δεν έβγαζαν γάλα οι ξαναμμένες έφηβες που ήθελαν να το παίξουν πρόωρες μητέρες και έκλαιγα, όταν με ξαναπλησίαζαν. Η μάνα μου πανέξυπνη, όταν με πλησίαζαν αυτές οι μαινάδες, τις ξεφώνιζε, «αφήστε καλέ το παιδί ξεμυαλισμένες».

Μια φορά μια καινούργια δοκίμασε να τη βυζάξω, αλλά δεν την άγγιξα, παρά τα δυο λουκούμια και δυο κουταλιές ζάχαρη που κατανάλωσε για το ξελόγιασμα.

Εκείνο που θυμάμαι αξέχαστα, ήταν η φιλία που είχα αποκτήσει με ένα χοντρό ερπετό δύο μέτρων και πάνω, μαύρου χρώματος στη πλάτη και κίτρινο στη κοιλιά. Η γνωριμία μας έγινε στο μπαλκονάκι μας. Εκεί έβγαζε η μάνα μου το γάλα, σ’ ένα τέντζερη δέκα οκάδων μετά το βράσιμο, για να κρυώσει. Το πύτιαζε, τρώγαμε τι τρώγαμε, σε γιαούρτι κάθε μέρα και το υπόλοιπο το άδειαζε σ’ ένα μεγάλο πιθάρι που, όταν γέμιζε, το χτύπαγε στο ξύλινο βαρέλι που το κρέμαγε στην οροφή από τις δυο μεριές και έβγαζε φρεσκότατο κιτρινωπό βούτυρο, αργιάνη και τα παράγωγα αυτού, με βράσιμο το πασκετάν (ούρδα), το δε υλιστό με στράγγισμα.

Ο αυτόκλητος φίλος μου εμφανιζόταν κατά τις έντεκα περίπου το πρωί, λίγο μετά το ξύπνημά μου. Έσπρωχνε το μισάνοικτο γανωμένο μπακιρένιο καπάκι, έχωνε το πλατύ του κεφάλι και ρούφαγε του καλού καιρού περισσότερο από μια οκά γάλα. Βγάζοντας το κεφάλι του από τη κατσαρόλα με την άνεσή του, θαρρείς και ήταν επίσημος καλεσμένος δικαιούχος, με χαιρετούσε μ’ ένα βλέμμα μέλους της οικογένειας και κατέβαινε σερνάμενο τα πέτρινα σκαλοπάτια, περνούσε τη σκιά του μπαλκονιού, έστριβε δεξιά και πάλι δεξιά, σύρριζα και παράλληλα προς το δυτικό ντουβάρι του σπιτιού και κατέληγε στο πίσω μέρος της δυόροφης κατοικίας μας και χανόταν μέσα στο πυκνό φύλλωμα της πελώριας συκιάς μας που τροφοδοτούσε πλουσιοπάροχα την εξαμελή μας οικογένεια  με μαύρα μεγάλα μελένια σύκα. Ακόμα και τώρα στη θύμηση της γλυκάδας τους μου υγραίνεται το στόμα.

Αξέχαστες, επίσης, θα μου μείνουν οι πλούσιες εικόνες που απολαμβάναμε όλη η οικογένεια, όταν τα βράδια με τις μεγάλες ζέστες του Ιουλίου κατεβαίναμε στο κήπο, όπου όλοι μαζί κοιμόμασταν, στα πεντακάθαρα μιντέρια, στρωμένα πάνω σε ξύλινα κρεβάτια, στηριγμένα σε δυο χονδρά καδρόνια με τέσσερα πόδια το καθένα.  

Γύρω από τα κρεβάτια βάζαμε φιδόχορτο, για την απομάκρυνση επικίνδυνων και ανεπιθύμητων ερπετών. Εγώ όμως το μέτρο αυτό το εύρισκα περιττό, γιατί είχα την αίσθηση ότι ο υπερδίμετρος μαυροκίτρινος φίλος μου μας προστάτευε από το συνάφι του.

Κάθε βράδυ, μετά το φαγητό που το κάναμε, σ’ ένα πελώριο παραλληλόγραμμο ξυλοπελεκημένο τραπεζοειδή κορμό, κάτω από μια πελώρια εντομοαπωθητική φλαμουριά, καταλήγαμε πάνω στα χοντρά μάλλινα  μιντέρια και η πλάκα που γινότανε ήταν ένα χάρμα, πανηγύρι σκέτο.

Καταλήγαμε, μεταξύ παραμυθιών, αινιγμάτων και άλλων ψυχαγωγικών και μορφωτικών που επέλεγε ο πατέρας,  στην κοσμογονία  και  στην αστρομελέτη.

Ο πατέρας γνώριζε πολλά και σπουδαία πράγματα. Μας ξεκαθάρισε από την αρχή ότι σε κάποια μακρινή εποχή στο παρελθόν δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο παρά μόνο μια μικρή σφαίρα που ζύγιζε, όσο και το σύμπαν και που το περιεχόμενό της αποτελούνταν από ύλη και τέσσερες δυνάμεις, τη βαρύτητα, την ηλεκτρομαγνητική δύναμη και τις δύο πυρηνικές δυνάμεις την μεγάλη και τη χαμηλή. Αυτή η σφαίρα σε κάποια στιγμή πριν από δέκα πέντε δισεκατομμύρια χρόνια είχε υποστεί μια μεγάλη έκρηξη που οι επιστήμονες την ονόμασαν «Μπιγκ Μπανκ» και εν συνεχεία άρχισε μια έντονη διαστολή που είχε σαν συνέπεια, ν’ απελευθερωθεί η συμπυκνωμένη και πιεσμένη ύλη σε όλα τα γνωστά και άγνωστα άτομα με τους πυρήνες, τα πρωτόνια, νετρόνια και ηλεκτρόνιά τους και  σιγά, σιγά, να μην τα πολυλογούμε, δημιουργήθηκαν οι αστέρες με τους πλανήτες μαζί με τους δορυφόρους τους και οι γαλαξίες που είναι σύνολα ηλιακών συστημάτων.

Για το δικό μας ηλιακό σύστημα είπε ότι έχει δέκα δισεκατομμύρια χρόνια ζωή και ότι θα καεί μαζί με τους ενεά πλανήτες του-δορυφόρους τους μετά από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, γιατί τότε θα εξαντληθούν όλα τα αποθέματα  υδρογόνου που μετατρέπεται σε ήλιο και αποτελούν τη μάζα του δικού μας  αστέρα Ηλίου. Υπολογίζουν οι ειδικοί, ότι 700.000.000 κυβικά υδρογόνου μεταστοιχειώνονται σε άτομα αερίου ηλίου, ανά δευτερόλεπτο. Όταν, δε, διαμαρτυρήθηκα κατατρομαγμένος, για την ολέθρια αυτή μοίρα του ανθρώπινου γένους, με καθησύχασε γελώντας ο πατέρας μου, με τη διαβεβαίωση ότι πρώτον είναι ατέλειωτα τα πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, αλλά πριν από τη καταστροφή η επιστήμη θα έχει προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε θα είναι σε θέση να  μεταφέρει το ανθρώπινο γένος, σ’ άλλον πλανήτη, άλλου ηλιακού συστήματος του δικού μας γαλαξία ή άλλου γειτονικού γαλαξία που θα έχει τις ίδιες προϋποθέσεις και συνθήκες ζωής του πλανήτη εγκατάλειψης. 

Στη συνέχεια μας κατέπληξε η δήλωσή του,  ότι το ηλιακό μας σύστημα ανήκει στο δικό μας γαλαξία που έχει περίπου διακόσια πενήντα δισεκατομμύρια ηλιακά συστήματα και όλοι οι γαλαξίες στο σύμπαν ξεπερνούν τα 250 δισεκατομμύρια.

Γνώριζε τη χαρτογράφηση του ουρανού      μ’ όλα τ’  αστέρια, μας μιλούσε για τη Μικρή, τη Μεγάλη Άρκτο, μας έδειχνε την Πούλια και τον Αυγερινό, τον Άρη και την Αφροδίτη, τον Σείριο και άλλα πολλά ελκυστικά και θαυμαστά περίεργα και άγνωστα, τα οποία, ένα, ένα μας τα εξηγούσε αναλυτικά και με λεπτομέρειες τι συμβόλιζε το καθένα. Ήταν σπουδαγμένος, μετά το δημοτικό είχε αποφοιτήσει το 1911 και από το τριτάξιο ιεροδιδασκαλείο της Ορδούς(Κοτύωρα).

Εγώ συνεπαρμένος, μ’ όλα αυτά τα πρωτάκουστα μυστήρια, συνέχιζα τις ερωτήσεις, όταν όλοι οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί και η μητέρα μου με σταματούσε με το επιβλητικό μακρόσυρτο «σούουουςςςς… πουλίμ» και συνέχιζε με χαμηλή φωνή «κοιμήθηκαν όλοι. Έχουμε και αύριο να πούμε». Δυο λεπτά μετά από το σιωπητήριο, αφηνόμαστε, τελευταίοι, οι αξεπέραστοι σε σύνεση, μ’ ολύμπια αταραξία και γονική γλυκύτητα γεννήτορές μου και εγώ στις αγκάλες του Μορφέα.

Η μητέρα μου, το γένος Ιωάννη Κιρκασιάδη, είχε τέσσερα αδέλφια, πρόσφυγες από τη Τάζου της Έρπαας(Αρχαίας Ηράκλειας) που εγκαταστάθηκαν, με το ξεριζωμό του Ελληνισμού του 1922, από την ελληνικότατη Ανατολία που τον επέβαλαν οι Ισλαμιστές με την στήριξη και την ευλογία Γερμανών και συμμάχων ευρωπαίων, Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών, στο χωριό Παζαρλάδες(σήμερα Λόφος) της επαρχίας Ελασσόνας του νομού Λάρισας, τον Χάμπο, τον Λάζαρο, τον Αβραάμ και τον Ελευθέριο. Ο πατέρας τους και παππούς μου Τζερκέζγιαννης ήταν ιδιοκτήτης κύλινδρο αλευρόμυλου που κινείτο με δύο παράλληλες ντήζελο μηχανές. Ήταν η αγαπημένη και χαριτόβρυτη μοναχοκόρη και αδελφή της οικογένειας. Η παρουσία της ομόρφυνε το περιβάλλον. Αλλά και τα αδέλφια της ήταν πανέμορφα λιοντάρια στον πόλεμο και στην ειρήνη, σκέτα κομψοτεχνήματα.

Ο πατέρας μου ο Μιλτιάδης ήταν ο προτελευταίος υιός των παππούδων μου Σάββα και Μαρίας με άλλους τρεις γιούς και δύο κόρες, τους Ισαάκ ύψους 2,08 μ.,  Γεώργιο με ανάστημα 2,05 μ., Θεόδωρο 2,03 μ. τον Ευάγγελο 1,99 μ, τη Μαρία και τη Συμέλλα, επίσης δίμετρες και τον ίδιο 2 μ. Όλοι τους ήσαν άφθαστοι αρχιμάστορες στη μεταμόρφωση του σιδήρου, στη σαγματοποιία και την καροποιία, επαγγέλματα που γνώριζε ο παππούς Σάββας και τους τα δίδαξε με στοργή και πολύ μεράκι. Κατάγονταν από το χωριό Φάλτατσα της Μεσουτιέ, ιδιόκτητο χωριό με δυόμισι  χιλιάδες στρέμματα δασικής και καλλιεργήσιμης γης, πάτερ φαμίλιας ο παππούς μου αρχηγός και διαχειριστής στις 35 οικογένειες της ευρύτερης συγγενικής ομάδας με συνολικό αριθμό προσώπων τα 270 μέλη. Την έκταση αυτή την είχαν νοικιάσει από τον τοπικό έπαρχο μπέη, για ενενηντα εννέα χρόνια, στην τιμή των 5.000 χρυσών τούρκικων λιρών
Γινόταν καταμερισμός εργασίας: άλλοι από αυτούς ασχολούνταν με τη γεωργία, άλλοι με τη κτηνοτροφία, άλλοι με τη δενδροκομία, άλλοι με τη σαγματοποιία, άλλοι με τη μελισσουργία, άλλοι με την καροποιία και άλλοι με τη σιδηρουργία. Τη διαχείριση των οικονομικών και τη διοίκηση της ευρύτερης αυτής ομάδας την είχε ο προπάππος μου Αναστάσης, τον οποίο διαδέχθηκε ο υιός του Σάββας, ο πρωτότοκος γιός του, ο δικός μου παππούς.

Στο  κέντρο της αγοράς της μεγαλούπολης Μεσουτιέ είχαν ιδιόκτητο κτήμα, νοικιασμένο για εκατό χρόνια από τον Μπέη Νουρί Εφέντι Κοτσαμπάσογλου, της επαρχίας, έναντι τριών χιλιάδων χρυσών  λιρών με την εικόνα  του πορθητού της πόλης Μωάμεθ Σουλεϊμάν.

Εκεί είχαν την βιοτεχνική επαγγελματική τους έδρα. Οι άμαξες της φίρμας Καραμιχαϊλίδη, μέσα από αντιπρόσωπο στη Μασσαλία έφθαναν σε βασιλικούς και αρχοντικούς οίκουςτης Ευρώπης.

Η γενέτειρα της οικογένειας Φάλτατσα ήταν στο μέσον της απόστασης Κοτύωρα- Μεσουτιέ, περίπου. Διαθέτανε τις 8 ώρες και προς τη μια και προς την άλλη πόλη με τ’ άλογα. Στον οντά του παππού μου Σάββα υπήρχε ημερολόγιο, ένα χοντρό τεφτέρι, στο οποίο από το 1680, καταχωρούνταν όλες οι μεταβολές των γεννήσεων και των θανάτων των αγαπημένων μελών της ευρύτερης οικογένειας.

Ο προ παππούς μου Αναστάσιος είχε φιλοτεχνήσει ένα πολύκλωνο δένδρο που απεικόνιζε τους γενάρχες και τους απόγονους όλων των οικογενειών. Το είχε ζωγραφίσει στο ανατολικό ντουβάρι του απέραντου καθιστικού σαλονιού, όπως μας αφηγήθηκε ο πατέρας, αλλά και στο μεγάλο βιβλίο – ημερολόγιο. Είχα προλάβει να το δω, πριν από την πυρπόληση του σπιτιού μας  από τους χιτλερικούς το 1943.

Με το σπίτι κάψανε τα πάντα, μαζί και το πολύτιμο και πλούσιο κειμηλιακό οικογενειακό ιστορικό αρχείο, μεγάλης συναισθηματικής και ιστορικής αξίας. Στα καμμένα συμπεριλαμβάνονταν και τα ανέκδοτα ιστορικά γραπτά του πατέρα μου σχετικά με τη μεγάλη Εποποιία του Ακατόρθωτου, την αντίσταση οκτακόσιων οικογενειαρχών ενάντια των γενοκτόνων Τούρκων σε βάρος των Ελλήνων αμάχων, πάνω στη πανύψηλη οροσειρά του Τοπ Τσαμ, μήκους τριάντα οκτώ και πλάτους είκοσι χιλιομέτρων με ψηλότερη κορυφή το Σιβρί Τεπέ ύψους 3480 μ.

Με εξήντα οπλίτες έγιναν τρεις χιλιάδες μαχητές με τους οποίους  κατανίκησαν δυο ανώτατους Τούρκους αξιωματικούς, τον συνταγματάρχη Λίβα πασά και τον υποστράτηγο Τζεμαλ Τζεβίτ, ορκισμένους στον Κεμάλ να κόψουν τις ρίζες αυτών που «ύψωναν κεφάλι στη μητέρα Τουρκία».

Από το 43 μέχρι και το 47 ξανάγραψε την ιστορία αυτή για δεύτερη φορά. Και τα γραπτά αυτά είχαν την ίδια ατυχία. Το 47 τον Αύγουστο ξανά κάηκε η ξαναχτισθείσα κατοικία μας, αυτή τη φορά από τον εθνικό ελληνικό στρατό, καθ’ υπόδειξη Μάηδων συγχωριανών μας, ταγμένων υπέρ της επανόδου των Βασιλέων στην Ελλάδα, κατ’ απαίτηση και σχεδίαση των αγγλοαμερικάνων «συμμάχων» της Ελλάδας και στον πρώτο και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Για την αφοσίωση και τη υποστήριξη των Ελλήνων σ’ αυτούς, «μας ακριβό αμείψαν», με τον εθνικό διχασμό, τη Μικρασιατική καταστροφή και τον ασήκωτο ξεριζωμό  του Ελληνισμού, από τις αλησμόνητες πατρίδες, για το πρώτο 1914-1918 και με τον ολέθριο εμφύλιο(1943-1949) στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο(1938-1944). Εύγε στους καλούς μας «συμμάχους» και προπάντων στους «Έλληνες» ηγήτορές μας, πολιτικούς, θρησκευτικούς και στρατιωτικούς !!!. Έπαιξαν συνειδητά ζημιογόνα παιχνίδια υπέρ των καλών μας «συμμάχων», έναντι παροχών και προνομίων εξαγοραζόμενοι, προκαλώντας συμφορές στο λαό και τη Πατρίδα μας.

Αυτή η καταραμένη φάρα της μειοδοσίας, ποτέ δεν ενδιαφέρεται για τα εθνικά συμφέροντα, παρά μονάχα για τα έχει τά της, σε ρευστά, κινητά και ακίνητα. Συμμαχεί και συνεργάζεται με τους ισχυρούς κατακτητές, όποιας εθνικότητας και προέλευσης, και για να διατηρήσει τις περιουσίες της, αλλά και για να τις αυγατίσει, αρπάζοντας, κακοποιώντας και καταδίδοντας   τους συμπατριώτες της.

Αυτή λοιπόν η κατηγορία των «συμπατριωτών» μας, παρά το γεγονός ότι συμπολεμούν με τα στρατεύματα κατοχής, καταδίδουν, πλιατσικολογούν, πυρπολούν και δολοφονούν αμάχους, ακόμη και γυναικόπαιδα, εν τούτοις, όχι  μόνον δεν τιμωρούνται ποτέ, απεναντίας καταλαμβάνουν τιμητικές εξουσιαστικές θέσεις και πόστα, γιατί ελισσόμενοι καταφεύγουν στις τάξεις του τελικού νικητή. Και τα όποια εγκλήματα των νικητών «δικαιώνονται». Καθότι οι νικητές ελέγχουν την εξουσία και οι ηττημένοι βρίσκονται στο έλεος των νικητών εξουσιαστών.

Θυμηθείτε τους μηδίζοντες της δεκαετίας  της παρουσίας των περσικών κατοχικών στρατευμάτων υπό τον αρχιστράτηγο του Ξέρξη Μαρδόνιου στην Ελλάδα 492-480 π.Χ : Υπηρετώντας  στον κατοχικό στρατό, κατέδωσαν, λήστεψαν, βίασαν, κακοποίησαν, πυρπόλησαν και δολοφόνησαν κόσμο και κοσμάκη, συμπατριώτες τους.

Οι Έφοροι και οι σπαρτιάτες άρχοντες θυσίασαν τον πατριώτη βασιλιά Λεωνίδα με τους τριακόσιους συμπολεμιστές του που έσπευσε να εμποδίσει τη κάθοδο των Περσών προς την Αττική και την Πελοπόννησο, μαζί με τους άλλους Έλληνες στα στενά των Θερμοπυλών.

Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά συνέχισαν τη συνεργασία με τους πέρσες, έναντι πλουσιοπάροχης  τεχνικής, πολεμικής και  οικονομικής ενίσχυσης, με σκοπό να υποταχθεί ολόκληρη η Ελλάδα στους Σπαρτιάτες με επικυρίαρχο τον βασιλέα των περσών.

Ένας από τους επίορκους ήταν και άρχοντας-βασιλιάς Παυσανίας, αν και ηγείτο των σπαρτιατών στη μάχη των Πλαταιών, τον εξανάγκασαν να υποστεί τον εξ ασιτίας θάνατο. Μεταξύ των περσών και συνεργατών τους ελλήνων αιχμαλώτων συνελήφθησαν και εκατόν πενήντα Λοκροί δοσίλογοι και άλλοι Θρακιώτες και Μακεδόνες.

Οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον ευγενή αυλικό αρχιδούκα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, Λουκά Νοταρά και το θρησκευτικό φιλόσοφο Γεννάδιο το Σχολάριο δεν «αυτομόλησαν» στον Σουλτάνο εξασφαλίζοντας τη ζωή και τις περιουσίες τους οι πρώτοι και το πατριαρχείο ο δεύτερος συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου των εβδομήντα χιλιάδων καλόγερων που είχαν αφιερωθεί στο γλυκύτατο Ιησού και εν χωρώ επαναλάμβαναν το σύνθημα του Γεννάδιου πως «είναι θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει»;

Δεν υπήρχε εναλλακτική λύση; Εάν η ηγεσία των ανθενωτικών Γεννάδιος και Μέγας Δούκας του Βυζαντίου, υπό τον τελευταίο ενωτικό αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, αξιοποιούσαν, στρατιωτικά, τη δύναμη των παραπάνω 60.000 καλόγερων και την πόλη θα προστάτευαν από τους τούρκους και θα απαλλάσσονταν από την  στυγνή και ανίερη επικυριαρχία των παπικών κάτω από την οποία δεινοπάθησαν οι έλληνες του Βυζαντίου.  

Θυμηθείτε τους συσχετισμούς των δυνάμεων των ενωτικών, ανθενωτικών και των πολιορκητών τούρκων προ της πτώσης της Πόλης. Αλλά βλέπετε και στην κρίσιμη εκείνη περίοδο του ελληνισμού υπερίσχυσαν ο διχασμός και η συνηθισμένη μειοδοσία της άρχουσας τάξης, να συνθηκολογούν στηρίζοντας τους ξένους δυνατούς, για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω.

Ουδέποτε αυτός ο έρμος ο λαός καθοδηγήθηκε ενωμένος από την όποια ηγεσία του. Γι’ αυτό και πέφτει στην άγρια σκλαβιά αιώνων, γι’  αυτό τον κακοποιούν, τον στίβουν,  σφαγιάζεται, αφανίζεται. Τις λίγες φορές που οδηγείται ενωμένος με σύμφωνη απόφαση των ηγεσιών του μεγαλουργεί.

Αίσχος στους διχαστές μειοδότες που ξεπουλούν λαό και πατρίδα και εύγε στους πατριώτες και συνετούς ηγέτες που κρατούν ενωμένο το λαό και στον αναγκαίο πόλεμο και στην ειρήνη.

Δεν επιθυμώ να χαρακτηρισθώ οπαδός κατακτητικών πολέμων και προ πάντων, όταν αυτοί ξεκινούν από την απληστία για πλούτο και εξουσία. Είμαι όμως υποχρεωμένος να αναφερθώ στην ενωτική ηγετική φυσιογνωμία του Μέγα Αλέξανδρου(σε αντίθεση με άλλους ιστορικούς αναλυτές που τον αποκαλούν σφαγέα), ο οποίος ενέπνευσε αφοσίωση στους οπαδούς και φίλους και σεβασμό και αδράνεια σ΄ουδέτερους κι’ εχθρούς.

Κατάφερε να συνενώσει όλους τους έλληνας, με τη νίκη π’ απέσπασε στην αναμέτρηση με αντιπάλους του στη Χαιρώνεια. Μ’ αποτέλεσμα να βάλει τις βάσεις για κατακτητικούς πολέμους, αρχίζοντας από τους Πέρσες, τους μόνιμους επιβουλείς κατά των Ελλήνων, για τη κατάκτηση και της Ευρώπης. Με την υποταγή των Περσών και της υπόλοιπης Ασίας πέτυχε ν’ οργανώσει μια από τις πιο μεγάλες και δυνατές αυτοκρατορίες.

Είχε ετοιμάσει και τη διαθήκη σχετικά με μελλοντικά σχέδια. Στα σχέδιά αυτά πρότεινε να συνεχίσει την διεύρυνση των συνόρων της αυτοκρατορίας και προς δυσμάς, με την κατάκτηση δύο ανερχόμενων εξουσιαστικών φιλοπόλεμων λαών των Καρχηδονίων και των Ρωμαίων. Προς το σκοπό αυτό συνιστούσε να αναδιοργανώσουν το ναυτικό, το ιππικό και το πεζικό  και προβούν στις απαραίτητες οργανωτικές πολεμικές προετοιμασίες.

Μετά την στυγερή του  δολοφονία από επίδοξους επιγόνους σφετεριστές, όλα εκείνα τα υπέροχα σχέδια που καταγράφτηκαν από τον ίδιο στη διαθήκη του, αγνοήθηκαν από τον Επίτροπο αρχιστράτηγο Περδίκκα και τους άλλους στρατηγούς διαδόχους.

Αντί να πειθαρχήσουν στην υλοποίηση των ανωτέρω σχεδίων επέκτασης και διεύρυνσης των συνόρων της αυτοκρατορίας, προτίμησαν την εύκολη λύση. Μοίρασαν την αυτοκρατορία σε βασίλεια μεταξύ τους, αλληλοεξοντώθηκαν και αντί να κατακτήσουν τη Ρώμη, υποτάχθηκαν σ’ αυτήν.

Ιδού ένα ιστορικό παράδειγμα διχασμού κραταιότατης ηγεσίας που οδηγήθηκαν στην αυτοκαταστροφή και σε σκληρές και στυγνές υποταγές. Ποιος μπορούσε να αντισταθεί σε μια πανίσχυρη πανστρατιά, εάν παρέμειναν ενωμένοι οι στρατηγοί του Αλέξανδρου; ΤΙ τους  έ φ α γ ε; η ασυνεννοησία, η μισαλλοδοξία και η απληστία για δύναμη, δόξα, χρήμα και εξουσία.

Δεν θα συνέχιζαν να τα έχουν όλα αυτά και μάλιστα πενηνταπλάσια, αν  οδηγούσαν ενωμένοι τους υπηκόους τους στην πραγματοποίηση των σχεδίων του Αλέξανδρου;                                     
Πιστεύω πως ναι και μάλιστα θ’ άλλαζε η ροή της ιστορίας.

Οκτάχρονος παρά τρεις μήνες και τέσσερες μέρες.

Στις 23-9-1942, ώρα 17,30 μ.μ, ένα γερμανικό στρατιωτικό αυτοκίνητο σταματά στο ύψος του αγροτεμαχίου μας στη Μπαλού. Ο αδελφός μου Θεόδωρος σπέρνει το χωράφι. Έχει ζεμένα τα δύο βόδια μας τον Μπέλλο και τον Μελίσσι.

Τρομάζει ο 17άχρονος αγρότης με την απροσδόκητη και εσπευσμένη εισβολή ξένων στρατευμάτων στο χωράφι και προτού, να προλάβει να συνέλθει, ο επικεφαλής γερμανός λοχαγός πυροβολεί το νεότερο από τα δύο αγαπημένα ζωντανά τον Μελίσση, με περίστροφο στο κεφάλι και πέφτει πυροβολημένο σφαδάζοντας στο έδαφος.

Και ενώ τρέχει, ενστικτωδώς,  προς το βλημμένο σύντροφό του ο ζευγάς αδελφός μου,  μ’ ένα δεύτερο πυροβολισμό του αδίστακτου εισβολέα αξιωματικού πέφτει και ο ίδιος κατάχαμα. Και στα τελευταία δευτερόλεπτα που ακολούθησαν, σαν σε όνειρο, θυμάται ότι πλημμυρισμένος από ακατάσχετη αγανάκτηση, για την κτηνωδία του κατακτητή δολοφόνου, ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση, αν το βλήμα που δέχτηκε, δεν το οδηγούσε στην ανυπαρξία.            

Δεν υπάρχουν σχόλια: